Obrazy na stronie
PDF
ePub

S. CYRILLI HIEROS. CATECHESIS QUARTA.

43

[ocr errors]
[ocr errors]

η Εκκλησία νουθετεί, διά τούτο τα παρόντα διδασκαλεία, διά τούτο τα αναγνώσματα γίνονται.

2. Ο γάρ της θεοσεβείας τρόπος εκ δύο τούτων συνέστηκε, δογμάτων ευσεβών και πράξεων αγαθών: Και ούτε τα δόγματα χωρίς έργων αγαθών ευπρόσδεκτα τω Θεώ, ούτε τα μη μετ' ευσεβών δογμάτων έργα τελούμενα προσδέχεται ο θεός. Τι γάρ όφελος, ειδέναι μεν τα περί Θεού δόγματα καλώς, και πορνεύειν αισχρώς και τι δ' αυ πάλιν όφελος, σωφρονείν μεν καλώς, και βλασφημεϊν ασεβώς; Μέγιστον τοίνυν κτημά έστι το των δογμάτων μάθημα. Και χρεία νηφαλίου ψυχής, επειδή πολλοί εισιν οι συλαγωγούντες διά της φιλοσοφίας και κενής απάτης. Και οι μεν Έλληνες διά της ευγλωττίας κατασύρoυσι. μέλι γάρ αποστάζει από χειλέων γυναικός πόρνης.” Οι δε εκ περιτομής, διά των θείων γραφών ας παρεξηγούνται κακώς, τους προσερχομένους απατώσιν· έκ παιδίου μελετώντες έως γήρως, και εν αμαθία καταγηρώντες. Αιρετικών δε παίδες, διά της χρηστολογίας και ευγλωττίας, απατώσι τας καρδίας των ακάκων, ώσπερ μέλιτι, τη του Χριστού προσηγορία, τα των δυσσεβών δογμάτων ιοβόλα συγκαλύπτοντες. Περί ών απάντων άμα λέγει Κύριος, “ Βλέπετε μή τις υμάς πλανήση.Διά τούτο και η της Πίστεως διδασκαλία και εις αυτήν εξηγήσεις γίνονται.

3. Προ δε της εις την πίστιν παραδόσεως, καλώς έχειν μοι δοκεί νυν ανακεφαλαιώσει συντόμω χρήσασθαι των αναγκαίων δογμάτων, ίνα μη το πλήθος των λεχθησομένων και το μεταξύ διάστημα των ημερών της αγίας τεσσαρακοστής απάσης λήθης έμποιήση των εν υμίν αφελεστέρων τη διανοία· αλλ' ίνα νύν κεφαλαιωδώς υποσπείραντες, μη επιλαθώμεθα των αυτών πλατυτέρως γεωργουμένων ύστερον. 'Ανασχέσθωσαν δε των συμπαρόντων οι τελειότεροι την έξιν, και τα αισθητήρια ήδη γεγυμνασμένα έχοντες προς διάκρισιν αγαθού τε και κακού,νηπιωδεστέρων ακούοντες και της γαλακτώδους εισαγωγής, ένα άμα και οι της κατηχήσεως χρείαν έχοντες ωφεληθώσι, και οι την γνώσιν έχοντες περί ών πρoγινώσκουσιν ήδη την μνήμην αναζωπυρηθώσι.

ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ.

4. Πρώτον τοίνυν υμών τη ψυχή τεθεμελιούσθω δόγμα το περί θεού ότι ο θεός εις έστι μόνος, αγέννητος, άναρχος, άτρεττος, αναλλοίωτος, ουχ υφ' ετέρου γεγεννημένος, ουχ έτερον έχων της ζωής διάδοχον και ούτε ένα χρόνο του ζην αρξάμενος, ούτε ποτέ τελευτών και ότι Αυτός εστιν αγαθός και δίκαιος· ίνα εάν ποτε ακούσης λέγοντος αιρετικού, “ άλλον είναι τον δίκαιον και άλλον είναι τον αγαθόν,ευθύς υπομνησθείς γνώς το της αιρέσεως ιοβόλον. Έτόλμησαν γάρ τινες ασεβώς τον ένα θεόν διαχωρίσαι τώ λόγω. Και τινες είπον, άλλον μεν τον δημιουργός της ψυχής και δεσπότην, άλλον δε τον των σωμάτων,” ανοήτως άμα και δυσσεβώς διδάσκοντες. Πώς γαρ δύο κυρίων εις δούλος γίνεται άνθρωπος, του Κυρίου λέγοντος εν ευαγγελίοις, “ Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν ;” Είς ούν έστι θεός μόνος, o και ψυχών και σωμάτων ποιητής: είς έστιν ο δημιουργός ουρανού και γης, αγγέλων τε και αρχαγγέλων ποιητής και πολλών μεν δημιουργός, ενός δε μόνου Πατήρ προ αιώνων, ενός μόνου του μονογενούς Υιού αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι' ου εποίησε πάντα, τα ορατά και τα αόρατα.

5. Ούτος, ο πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ου περιγέγραπται έν τινί τόπω, ουδέ έστι μικρότερος ουρανού αλλ' “ έργα των δακτύλων αυτού εισιν οι ουρανοί,” και η γη πάσα εν τη δρακί αυτού κατέχεται. Ούτος εν πασίν έστι, και πάντων εκτός. Μη νομίσης αυτού τον ήλιον φωτεινότερον, ή ίσον είναι. Ο γάρ τον ήλιον κατασκευάσας πρότερον οφείλει πολλώ μάλλον ασυγκρίτως είναι μείζων και φωτεινότερος. Προγνώστης εστί των μελλόντων, και πάντων δυνατώτερος ειδώς άπαντα και ποιών ως βούλεται: ουχ υποκείμενος πραγμάτων ακολουθίαις, ουδε γενέσει, ουδε τύχη, ούθ' ειμαρμένη.

[ocr errors]

εν πάσι τέλειος, και πάσαν αρετής ιδέαν έν ίσω κεκτημένος. ούτε μειούμενος ούτε αύξων, αλλά αεί κατά τα αυτά και ωσαύτως έχων, ήτοιμακώς κόλασιν τοις αμαρτωλοίς, και στέφανον τοίς δικαίοις.

6. Επεί ούν επλανήθησαν από του ενός θεού διαφόρως πολλοί, και οι μεν ήλιον έθεοποίησαν, ένα, δύνοντος ηλίου, κατά τον της νυκτός καιρόν άθεοι μένωσιν, οι δε σελήνην, ίνα έν ημέρα Θεόν μη έχωσι, οι δε τα λοιπά μέρη του κόσμου, οι δε τάς τέχνας, οι δε τάς τροφάς, οι δε τας ηδονάς, και οι μεν γυναικομανείς, γυμνής γυναικός είδωλον εν υψηλή στήσαντες, 'Αφροδιτήν τε προσαγορεύσαντες, προσεκύνησαν διά του φαινομένου το πάθος, οι δε του χρυσού το λαμπρόν έκπλαγέντες, αυτόν τε και τας λοιπάς ύλας έθεοποίησαν. Εάν δέ τις τον περί μοναρχίας του θεού λόγον προθεμελιώση τη καρδία, και πεισθή τούτω, πάσαν ομού των κακών της ειδωλολατρείας και της των αιρετικών πλάνης εκκόπτει την φοράν. Τούτο μεν ουν σοι πρώτον δόγμα της ευσεβείας εν τη ψυχή προθεμελίωσον, διά της πίστεως.

ΠΕΡΙ ΧΡΙΣΤΟΥ.

7. Πίστευε δε και εις τον Υιόν του θεού, τον ένα και μόνον, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν τον εκ του θεού θεόν γεννηθέντα, τον έκ Ζωής Ζωήν γεννηθέντα, τον εκ Φωτός Φώς γεννηθέντα, τον όμοιον κατά πάντα τα γεννήσαντι, τον ουκ εν χρόνοις το είναι κτησάμενον, αλλά προ πάντων των αιώνων αϊδίως και ακαταλήπτως εκ του Πατρός γεγεννημένον, την σοφίαν θεού και την δύναμιν, και την δικαιοσύνην την ενυπόστατον, τον έν δεξία του Πατρός προ πάντων των αιώνων καθεζόμενον. Ου γαρ, ώς τινες ενόμισαν, μετά το παθος στεφανωθείς ώσπερ υπό του θεού, διά την υπομονήν έλαβε τον έν δεξια θρόνον: αλλ' άφ' ουπέρ έστιν (έστι δε γεννηθείς αεί) έχει το βασιλικών αξίωμα, συγκαθεζόμενος τω Πατρί, θεός ών και σοφία και

δύναμις, καθώς είρηται· τω Πατρί συμβασιλεύων, και πάντων διά τον Πατέρα δημιουργός αλλά ανελλιπής εις θεότητος άξίαν, και γινώσκων τον γεγεννηκότα, καθώς γινώσκεται υπό του γεγεννηκότος. Και να συντόμως είπωμεν, του εν ευαγγελίοις γεγραμμένου μέμνησο, ότι ουδείς επιγινώσκει τον Υιόν, ει μη ο Πατήρ ουδε τον Πατέρα τις επιγινώσκει, ει μή ο Υιός.”

8. Και μήτε απαλλοτριώσης του Πατρός τον Υιόν, μήτε συναλοιφήν εργασάμενος υλοπατορίαν πιστεύσης αλλά πίστευε ότι ενός θεου μονογενής εις εστίν Υιός, ο προ πάντων των αιώνων Θεός, Λόγος,-Λόγος, ού προφορικός εις αέρα διαχεόμενος, ούτε λόγοις ανυποστάτοις εξομοιούμενος, αλλά Λόγος, Υιός, λογικών ποιητής, Λόγος, ακούων του Πατρός και λαλών Αυτός. Και περί μεν τούτων κατά καιρον, ει ο θεός παράσχου, πλατύτερον ημίν ρηθήσεται» ου γαρ επιλανθανόμεθα της προτάσεως, ότι κεφαλαιώδεις εισαγωγής πίστεως νυν ποιούμεθα.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΚ ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ.

9. Πίστευε δε ότι ούτος ο μονογενής Υιός του Θεού, διά τάς αμαρτίας ημών, εξ ουρανών κατήλθεν επί της γης, την ομοιοπαθή ταύτην ημϊν αναλαβών ανθρωπότητα, και γεννηθείς εξ. αγίας Παρθένου και Αγίου Πνεύματος: ου δοκήσει και φαντασία της ενανθρωπήσεως γενομένης, αλλά τη αληθεία ουδε ώσπερ δια σωλήνος διελθών της παρθένου, αλλά σαρκωθείς εξ αυτής αληθώς, [και γαλακτοτροφηθείς αληθώς εξ αυτής.] φαγών ως ημείς αληθώς, και πιών ως ημείς αληθώς. Ει γάρ φάντασμα ήν ή ενανθρώπησις, φάντασμα και η σωτηρία. Διπλούς ήν ο Χριστός, άνθρωπος μεν το φαινόμενον, θεός δε το μη φαινόμενον· έσθίων μεν ως άνθρωπος αληθώς ως ημείς, είχε γαρ της σαρκός το ομοιοπαθές ως ημείς, τρέφων δε εκ πέντε άρτων τους πεντακισχιλίους ως θεός· αποθνήσκων μεν ως άνθρωπος αληθώς, νεκρόν δε τον τετραήμερον εγείρων ως θεός· καθεύδων εις το πλοίον αληθώς ως άνθρωπος, και περιπατών επί των υδάτων ως θεός.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ.

10. Ούτος εσταυρώθη υπέρ των αμαρτιών ημών αληθώς. Καν γάρ αρνήσασθαι βουληθής, ο τόπος ελέγχει σε φαινόμενος, ο μακάριος ούτος Γολγοθάς, εν ω νύν, διά τον εν αυτό σταυρωθέντα, συγκεκρoτήμεθα. Και του ξύλου του σταυρού πάσα λοιπόν η οικουμένη κατά μέρος επληρώθη.

Εσταυρώθη δε ουχ υπέρ ιδίων αμαρτιών, αλλ' ίνα ημείς των • οικείων αμαρτιών ελευθερωθώμεν. Και κατεφρονήθη μεν υπό

των ανθρώπων τότε και έρραπίσθη ως άνθρωπος, εγνωρίσθη δε υπό της κτίσεως ως θεός· ο γάρ ήλιος, δεσπότην ατιμαζόμενον ιδών, εξελίμπανεν τρέμων, ου φέρων την θέαν.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΑΦΗΣ.

11. 'Εν μνήματι πέτρας ετέθη αληθώς ως άνθρωπος αλλά πέτραι διερράγησαν το φόβω δι' αυτόν. Κατήλθεν εις τα καταχθόνια, ίνα κακείθεν λυτρώσηται τους δικαίους: Έβούλου γάρ, είπέ μοι, τους μεν ζώντας απολαύσαι της χάριτος, και ταύτα, των πλείστων ουχ οσίων όντων, τους δε από 'Αδάμ πολυχρονίως αποκεκλεισμένους μη τυχεϊν της ελευθερίας λοιπόν ; 'Ησαΐας ο προφήτης τοσαύτα περί αυτου μεγαλοφώνως εκήρυξεν ουκ ήθελες ίνα Βασιλεύς κατελθών λυτρώσηται τον κήρυκα ; Δαβίδ ήν εκεί, και Σαμουήλ, και πάντες οι προφήται, και αυτός Ιωάννης ο λέγων διά των αποσταλέντων, “Συ εί ο ερχόμενος, ή έτερον προσδοκώμεν;ουκ ήθελες να καταβάς λυτρώσηται τους τοιούτους;

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ.

12. 'Αλλ' ο καταβάς εις τα καταχθόνια πάλιν ανήλθε, και ο ταφείς Ιησούς πάλιν ανέστη το τριήμερον αληθώς" Κάν

« PoprzedniaDalej »