Obrazy na stronie
PDF
ePub

της ιδίας σαρκός απαθως οικειούμενος πάθη. Χάριτι δε θεού και υπέρ παντός εγεύσατο θανάτου,διδούς αυτώ το ίδιον σώμα, καίτοι κατά φύσιν υπάρχων ζωή, και αυτός ών ή ανάστασις ένα γάρ άρρήτω δυνάμει πατήσας τον θάνατον, ως έν γε δή πρώτη [fors. πρωτευούση, τη ιδία σαρκί, γένηται πρωτότοκος εκ νεκρών, και απαρχή των κεκοιμημένων, οδοποιήση τε τη του ανθρώπου φύσει την εις αφθαρσίαν αναδρο

μήν, χάριτι Θεού, καθάπερ έφημεν αρτίως, υπέρ παντός εγεύσατο θανάτου τριήμερος δε ανεβίω σκυλεύσας τον άδην» ώστε

κάν λέγηται δι' ανθρώπου γενέσθαι η ανάστασις των νεκρών, αλλά νοούμεν άνθρωπον τον εκ θεού γεγονότα Λόγον, και λελύσθαι δι' αυτού του θανάτου το κράτος ήξει δε κατά καιρούς ως εις Υιός και Κύριος εν τη δόξη του Πατρός, ίνα κρίνη την οικουμένην εν δικαιοσύνη,καθά γέγραπται.

Ζ. 'Αναγκαίως δε κακείνο προσθήσομεν· καταγγέλλοντες γαρ τον κατά σάρκα θάνατον του μονογενούς Υιού του Θεού, τουτέστιν Ιησού Χριστού, την τε εκ νεκρών αναβίωσιν και την εις ουρανούς ανάληψιν ομολογούντες, την αναίμακτον [fors. αναιμάκτου] εν ταις Εκκλησίαις τελούμεν θυσίαν [fors. θυσίας λατρείανπρόσιμέν τε ούτω ταϊς μυστικαίς ευλογίαις και αγιαζόμεθα, μέτοχοι γενόμενοι της τε αγίας σαρκός και του τιμίου αίματος του πάντων ημών Σωτήρος Χριστού, και ουχ ως σάρκα κοινήν δεχόμενοι, (μη γένοιτο,) ούτε μην ως ανδρός ηγιασμένου, και συναφθέντος το Λόγω κατά την ενότητα της αξίας, ήγουν ως θείαν ενοίκησιν εσχηκότος, αλλ' ως ζωοποιόν αληθώς, και ιδίαν αυτού του Λόγου. Ζωή γάρ ών κατά φύσιν ως θεός, επειδή γέγονεν εν προς την εαυτού σάρκα, ζωοποιόν απέφηνεν αυτήν· ώστε καν λέγη προς ημάς, 'Αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του γιου του ανθρώπου, και πίητε αυτού το αίμα,” ουχ ως ανθρώπου

των καθ' ημάς ενός και αυτήν είναι λογιούμεθα: πώς γαρ η ανθρώπου σαρξ ζωοποιός έσται κατά φύσιν την έαυτής; αλλ' ως ιδίαν αληθώς γενομένης του δι' ημάς και υιού και ανθρώπου γεγονότος τε και χρηματίσαντος.

[ocr errors]

Η.

Τάς δέ γε εν τοις Ευαγγελίοις του Σωτήρος ημών φωνάς ούτε υποστάσεσι δυσίν, ούτε μην προσώποις, καταμερίζομεν. Ουδε γάρ έστι διπλούς και είς και μόνος Χριστός, καν εκ δύο νοηται και διαφόρων πραγμάτων εις ενότητα την αμέριστον συνενηνεγμένος, καθάπερ αμέλει και άνθρωπος έκ ψυχής νοείται και σώματος, και ου διπλούς μάλλον, αλλ' εις εξ αμφοίν: αλλά τάς γε ανθρωπίνας, και πρός γε τούτο τάς θεϊκάς, παρ' [ίσ. περί] ενός ειρήσθαι διακεισόμεθα φρονούντες όρθώς. Οταν μεν γαρ θεοπρεπώς λέγη περί εαυτού, «ο έωρακώς έμε, εώρακε τον Πατέρα,και, «Εγώ και ο Πατήρ έν εσμεν,την θείαν αυτού και απόρρητον εννοούμεν φύσιν, καθ' ήν και εν έστι προς τον εαυτου Πατέρα διά την ταυτότητα της ουσίας, εικών” τε και χαρακτήρα και απαύγασμα της δόξης αυτού.όταν δε το της ανθρωπότητος μέτρον ουκ ατιμάζων, τοίς Ιουδαίοις προσλαλη, Νύν δε με ζητείτε αποκτείναι, άνθρωπον ός την αλήθειαν υμίν λελάληκα,πάλιν ουδεν ήττον αυτόν τον εν ισότητί τε και ομοιότητα του Πατρός θεόν Λόγον και εκ των της ανθρωπότητος αυτού μέτρων επιγινώσκομεν. Ει γάρ έστιν αναγκαίον το πιστεύεις ότι κατά φύσιν θεός ών γέγονε σαρξ, ήγουν άνθρωπος έψυχωμένος ψυχή λογική, ποιον αν έχοι λόγον το επαισχύνεσθαί τινα ταϊς παρ' αυτού φωναίς, ει γεγόνασιν άνθρωποπρεπώς ; ει γάρ παραιτούτο τους ανθρώπο πρέποντας λόγους, τίς ο αναγκάσας γενέσθαι καθ' ημάς άνθρωπος και ο δε καθείς εαυτόν δι' ημάς εις εκούσιον κένωσιν, διά ποίαν αιτίαν παραιτούτ' αν τους τη κενώσει πρέποντας λόγους και ενί τοιγα

)

ρούν προσώπω τας εν τοις Ευαγγελίοις πάσας αναθετέον φωνάς, υποστάσει μια τη του Λόγου σεσαρκωμένη [Corp. σεσαρκωμένου], Κύριος γάρ Ιησούς Χριστός είς κατά τας γραφάς.

[ocr errors]

Ει δε δή καλούτο και « απόστολος και αρχιερεύς της ομολογίας ημών,ως ιερουργών τω θεώ και Πατρί την πρός ημών αυτώ τε και δι' αυτού τω θεώ και Πατρί προσκομιζομένης της πίστεως ομολογίαν, και μην και εις το "Αγιον Πνεύμα, πάλιν αυτόν είναι φαμεν τον εκ θεού κατά φύσιν Υιόν μονογενή, και ουκ ανθρώπω προσνέμομεν παρ' αυτόν ετέρω τό τε της ιερωσύνης όνομα, και αυτό δή το χρήμα. Γέγονε γάρ μεσίτης θεού και ανθρώπων, και διαλλακτής εις ειρήνην, εαυτόν αναθείς εις οσμήν ευωδίας τω θεώ και Πατρίν τοιγάρτοι και έφασκε, « θυσίαν και προσφοράν ουκ ήθέλησας, σώμα δε κατηρτίσω μοι» ολοκαυτώματα και περί αμαρτίας ουκ ευδόκησας τότε είπον, ιδού ήκω εν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περί εμού, του ποιήσαι το θέλημά σου, ο θεός.” Προσκεκόμικε γαρ υπέρ ημών εις οσμήν ευωδίας το ίδιον σώμα, και ουχ υπέρ εαυτού. Ποίας γάρ έδεήθη προσφοράς ή θυσίας υπέρ εαυτού, κρείττων απάσης υπάρχων αμαρτίας ως θεός ; ει γαρ πάντες ήμαρτον, και υστερούνται της δόξης του θεού,καθό γεγόναμεν ημείς έτοιμοι προς παραφοράν, και καταρρώστησεν η ανθρώπου φύσις την αμαρτίαν, αυτός δε ουχ ούτω, και ηττώμεθα διά τούτο της δόξης αυτού, πως αν είη λοιπόν αμφίβολον, ότι τέθυται δι' ημάς και υπέρ ημών ο αμνός ο αληθινός; Και το λέγειν δε, ότι προσκεκόμικεν εαυτόν υπέρ γε εαυτού και ημών, αμοιρήσειεν αν ουδαμώς τών εις δυσσέβειαν εγκλημάτων πεπλημμέληκε γάρ κατ' ουδένα τρόπον, ούτε μην εποιήσεν αμαρτίαν· ποίας ούν εδεήθη προσφοράς, αμαρτίας ουκ ούσης, εφ' ήπερ αν γένοιτο, και μάλα είκότως;

Ι.

"Όταν δε λέγη περί του Πνεύματος, “Εκείνος έμε δοξάσει,νοούντες ορθώς, ουχ ώς δόξης επιδεά της παρ' ετέρου φαμεν τον ένα Χριστόν και Υιόν την παρά του Αγίου Πνεύματος δόξαν ελεϊν, ότι μηδε κρείττον αυτού και υπέρ αυτόν το Πνεύμα αυτού. Επειδή δε εις ένδειξιν της εαυτού θεότητος εκέχρητο τω Αγίω ΙΙνεύματι προς μεγαλουργίαν, δεδοξάσθαι παρ' αυτού φησίν, ώσπερ αν εί και τις λέγοι των καθ' ημάς περί της ενούσης ισχύος αυτώ τυχόν, ή γούν επιστήμης της εφ' ότφουν, ότι δοξάσουσι με. Ει γάρ και έστιν εν υποστάσει το Πνεύμα ιδική, και δη και νοείται καθ' εαυτό, καθό Πνευμά εστι και ουχ Υιός, αλλ' ούν εστίν ουκ αλλότριον αυτού. «Πνεύμα γάρ αληθείαςώνόμασται, και έστι Χριστός « η αλήθειακαι προχείται παρ' αυτού, καθάπερ αμέλει και έκ του Θεού και Πατρός. 'Ενεργησαν τοιγαρούν το Πνεύμα και διά χειρός των αγίων Αποστόλων τα παράδοξα μετά το ανελθεϊν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εις τον ουρανόν, έδόξασεν αυτόν. Επιστεύθη γάρ, ότι θεός κατά φύσιν εστί, πάλιν αυτός ενεργών διά του ιδίου Πνεύματος. Διά τούτο και έφασκεν, « ότι έκ τού εμού λήψεται, και αναγγελεί υμίν.” Και ούτι που φαμεν, ώς εκ μετοχής το Πνεύμα εστι σοφόν τε και δυνατόν παντέλειον γαρ και απροσδεές εστι παντός άγαθου. Επειδή δε της του Πατρός δυνάμεως και σοφίας, τουτέστι, του Υιού, Πνεύμα εστιν, αυτό χρημά έστι σοφία και δυνάμις.

ΙΑ.

Και επειδή θεόν ενωθέντα σαρκί καθ' υπόστασιν ή αγία Παρθένος εκτέτoκε σαρκικώς, ταύτη του και Θεοτόκον είναι φαμεν αυτήν, ουχ ώς της του Λόγου φύσεως της της υπάρξεως αρχήν εχούσης από σαρκός» ήν γάρ έν αρχή,” “ και θεός ήν

[ocr errors]

ο Λόγος, και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν” και αυτός έστι των αιώνων ο ποιητής, συναΐδιος τω Πατρί, και των όλων δημιουργός· αλλ', ώς ήδη προείπομεν, επειδή καθ' υπόστασιν ενώσας εαυτό το ανθρώπινον, και εκ μήτρας αυτής γέννησιν υπέμεινε σαρκικήν, ουχ ώς δεηθείς αναγκαίως, ήτοι διά την ιδίαν φύσιν, της εν χρόνο και εν εσχάτοις του αιώνος καιρούς γεννήσεως» αλλ' ίνα και αυτήν της υπάρξεως ημών ευλογήση την αρχήν, και τεκούσης γυναικός αυτόν ενωθέντα σαρκί, παύσηται λοιπόν η κατά παντός του γένους αρά, πέμπουσα προς θάνατον τα εκ γης ημών σώματα και το, " εν λύπαις τέξη τέκνα,δι' αυτού καταργούμενον, αληθές απoφήνη το διά της του Προφήτου φωνής, κατέπιεν ο θάνατος ισχύσας,” και πάλιν, “ αφείλεν ο θεός παν δάκρυον από παντός προσώπου.” Ταύτης γάρ ένεκα της αιτίας φαμεν αυτόν οικονομικώς και αυτόν ευλογήσαι τον γάμον, και απελθεϊν [fors. ανελθεϊν] κεκλημένον εν Κανα της Γαλιλαίας ομού τοις αγίοις 'Αποστόλοις. Ταύτα φρονείν δεδιδάγμεθα παρά των αγίων Αποστόλων και Ευαγγελιστών, και πάσης δε της θεοπνεύστου γραφής, και εκ της των μακα. ρίων Πατέρων αληθούς ομολογίας: τούτοις άπασι και την σην ευλάβειαν συναινέσαι χρή, και συνθέσθαι δίχα δόλου παντός. "A δή έστιν αναγκαίον αναθεματίσαι την σην ευλάβειαν, υποτέτακται τήδε ημών τη επιστολή.

α'. Εί τις ουχ ομολογεί θεόν είναι κατά αλήθειαν τον Εμμανουήλ, και διά τούτο θεοτόκον την αγίαν Παρθένον, γεγέννηκε γαρ σαρκικώς σάρκα γεγονότα τον εκ θεού Λόγον, ανάθεμα έστω.

β'. Εί τις ουχ ομολογεί σαρκί καθ' υπόστασιν ηνώσθαι τον εκ θεού Πατρός Λόγον, ένα τε είναι Χριστόν μετά της ιδίας σαρκός, τον αυτόν δηλονότι θεόν ομού και άνθρωπον, ανάθεμα έστω.

γ. Εί τις επί του ενός Χριστού διαιρεί τας υποστάσεις μετά την ένωσιν, μόνη συνάπτων αυτάς συναφεία τη κατά την αξίαν,

« PoprzedniaDalej »