Obrazy na stronie
PDF
ePub

Irenæus, Adversus Hæreses, lib. iv. c. 34. Edit. Grab. p. 327.

"Ως γάρ από γής άρτος προσλαμβανόμενος την έκκλησιν του θεού, ουκέτι κοινός άρτος εστίν, αλλ' ευχαριστία, εκ δύο πραγμάτων συνεστηκυία, επιγείου τε και ουρανίου ούτως και τα σώματα ημών μεταλαμβάνοντα της ευχαριστίας, μηκέτι είναι φθαρτά, την ελπίδα της εις αιώνας αναστάσεως έχοντα.

Here Irenæus distinctly affirms the elements in the eucharist to partake of two characters after consecration; heavenly, in respect to the invocation ; earthly, in respect to their substance. He compares the change which consecration effects in them to the change which the partaking of the eucharist effects in ourselves. When the Romans can show that every communicant becomes transubstantiated by the act of communion, then, but not till then, may they appeal to Irenæus. What Irenæus here says of the twofold character of the elements of the eucharist, spiritual and earthly, may serve to remove a difficulty which hindered Waterland from acknowledging the oblation of the eucharist to be a sacrifice; his difficulty was, that the Fathers speak of the Christian sacrifices as spiritual and heavenly, which expressions he was unable to reconcile with the idea of regarding the elements themselves as the sacrifice. To get out of this difficulty, he cut the knot, instead of untying it : drew a hairsplitting and untenable distinction between oblation and sacrifice, and, while in a reduced and qualified sense, he admitted the former term, which he could not wholly reject without casting off the whole primitive Church ; peremptorily rejected the latter, though, in doing so, he rejected the testimony of Justin's Ovocov Dial. cum Tryphone, $ 40, of Irenæus' “ purum sacrificium," Adv. Hæres. iv. 34. and the general language of the ancients. By the aproç apoolaubavójevoç Tiv ¢KKANOIV toŨ Oko7, there is an evident reference to the prayer of consecration by invoking the descent of the Holy Spirit upon the elements, to be found in all the early liturgies; and which St. Paul himself seems to bear in mind when he speaks of ή προσφορά των εθνών being ευπρόσδεκTOS, because igraouévn év IIvɛúparı dyiq. Rom. xv. 16.

IRENÆUS, Adversus Hæreses. v. c. 2. Edit. Grab. 396. To από της κτίσεως ποτήριον, αίμα ίδιον ώμολόγησε εξ ου το ημέτερον δεύει αίμα, και τον από της κτίσεως άρτον, ίδιον σώμα διεβεβαιώσατο αφ' ού τα ημέτερα αύξει σώματα.

Here Irenæus expressly affirms that our natural flesh and blood are nourished and increased by the consecrated sacramental elements. But, as was before observed, to affirm that the glorified body of our Lord is turned into the carnal substance of our bodies, will be admitted by the Romans themselves to be impious.

The words that follow the above are, if possible, more plain : Το κεκραμένον ποτήριον, και ο γεγονώς άρτος επιδέχεται τον λόγον του θεού, και γίνεται η ευχαριστία σώμα Χριστού, εκ τούτων δε αύξει και συνίσταται και της σαρκός ημών υπόστασις.

CLEMENS ALEXANDRINUs, Pedagog. i. c. 6. Lugd. 1616. p. 76.

Φάγεσθέ μου, φησι, την σάρκα, και πίεσθέ μου το αίμα. ταύτας ημϊν οικείας τροφάς ο Κύριος χορηγεί, και σάρκα ορέγει, και αίμα εκχεί".... αλλ' ού ταύτη νοείν εθέλεις, κοινότερον δε ίσως. άκουε και ταύτη. σάρκα ημίν το Πνεύμα το άγιον αλληγορεί και γαρ υπ' αυτού δεδημιούργηται η σαρξ. αίμα ημίν τον Λόγον αινίττεται.

Ιbid. lib. ii. c. 2. p. 111. Διττόν δε το αίμα του Κυρίου: το μεν γάρ έστιν αυτού σαρκικών, και της φθοράς λελυτρώμεθα το δε, πνευματικών, τουτέστιν ή κεχρίσμεθα και τούτ' έστιν πιείν το αίμα του Ιησού, της κυριακής μεταλαβείν αφθαρσίας" .... η δε αμφοίν αύθις κράσις, ποτού τε και Λόγου, Ευχαριστία κέκληται, χάρις έπαινουμένη και καλή ής οι κατά πίστιν μεταλαμβάνοντες, αγιάζονται και σώμα και ψυχήν.

In these passages it is clear that Clemens contemplates nothing but a spiritual communion in the body and blood of Christ. In the last he speaks, like Irenæus, of the twofold character of the eucharist, drink and the Word, i. e. material wine and spiritual communication.

TERTULLIAN, Adversus Marcionem, iv. 40. Edit. Wirceb. i. 532.

Acceptum panem et distributum discipulis, corpus suum illum fecit, hoc est corpus meum dicendo, id est, figura corporis mei. Figura autem non fuisset, nisi veritatis esset corpus. Cæterum vacua res, quod est phantasma, figuram capere non posset. Aut si propterea panem corpus sibi finxit, quia corporis carebat veritate ; ergo panem debuit tradere pro nobis. . ... Cur autem panem corpus suum appellat, et non magis peponem, quem Marcion, cordis loco habuit? Non intelligens veterum istam figuram corporis Christi, dicentis per Hieremiam : adversus me cogitaverunt cogitatum dicentes, venite conjiciamus lignum in panem ejus, scilicet crucem in corpus ejus : itaque illuminator antiquitatum quid tunc voluerit significasse panem, satis declaravit, corpus' suum tocans рапет.

Here Tertullian calls the bread a figure of the body, a sign of the body, and says it was called the body; and from hence argues that our Lord must have had a real body. But as for the bread ceasing to be bread by transubstantiation, we hear not a word of it.

Origen, Contra Celsum, viii. & 33. Edit. Wirceb. ii. 452. "Ημείς δε τω του παντός δημιουργώ ευχαριστούντες, και τους μετ' ευχαριστίας και ευχής της επί τοις δοθείσι προσαγομένους άρτους έσθίομεν, σωμα γενομένους δια την ευχήν άγιόν τι και αγιάζον τους μετα υγιούς προθέσεως αυτώ χρωμένους.

Here Origen, like Justin and Irenæus, recognizes in the eucharistic elements after consecration, a sacred character making them a means of holiness to the partakers, but speaks of them, when eaten, as loaves, aprouc éoliouev.

In Levitic. Homil. vii. & 5. vol. vi. p. 126. Agnoscite quia figuræ sunt, quæ in divinis voluminibus scripta sunt, et ideo tanquam spiritales et non tanquam carnales examinate, et intelligite quæ dicuntur. Si enim quasi carnales ista

ff

suscipitis, lædunt vos, et non alunt. . . . . Est et in Novo Testamento litera quæ occidit eum, qui non spiritaliter quæ dicuntur adverterit. Si enim secundum literam sequaris hoc ipsum, quod dictum est: Nisi manducaveritis carnem meam, et biberitis sanguinem meum, occidit hæc litera. . . . . Si vero spiritaliter eam suscipias, non occidit, sed est in ea spiritus vivificans.

Comment. in Matt. xv. 11. Comment. Tom. xi. § 14. Edit. Wir

ceb. X. 462. Ει δε πάν το εισπορευόμενον εις το στόμα, είς κοιλίαν χωρεί, και εις άφεδρωνα εκβάλλεται, και το αγιαζόμενον βρώμα δια λόγου θεού και εντεύξεως, κατ' αυτό μεν το υλικόν εις την κοιλίαν χωρεί, και εις άφεδρωνα εκβάλλεται κατά δε την επιγενομένην αυτό ευχήν, κατά την αναλογίαν της πίστεως, ωφέλιμον γίνεται, και της του νόου αίτιον διαβλέψεως, δρώντος επί το ωφελούν" και ουχ ή ύλη του άρτου αλλ' ο επ' αυτώ ειρημένος λόγος εστίν ο ωφελών τον μη αναξίως του κυρίου εσθίοντα αυτόν. και ταύτα μεν περί του τυπικού, και συμβολικού σώματος.

Here Origen expressly affirms that the elements of the eucharist are digested in the stomach, and “ cast out into the draught” with the other nutriment that “entereth in by the mouth.” He speaks distinctly of the substance of bread ύλη του άρτου after consecration ; says that the profit arises from the word spoken over it: and only allows it to be the body typically and symbolically.

In Matt. xxvi. 26. Edit. Wirceb. xii. p. 198. Non enim panem illum visibilem quem tenebat in manibus corpus suum dicebat Deus Verbum, sed verbum in cujus mysterio fuerat panis ille frangendus. Nec potum illum visibilem sanguinem suum dicebat, sed verbum in cujus mysterio potus ille fuerat effundendus. Nam corpus Dei Verbi, aut sanguis, quid aliud esse potest nisi verbum quod nutrit, et verbum quod lætificat. :

Cyprian, Ad Cæcilianum. Ep. 63. Edit. Wirceb. i. 190. Qua in parte calicem mixtum fuisse, quem Dominus obtulit

et vinum fuisse, quod sanguinem suum dixit. Unde apparet sanguinem Christi non offerri, si desit vinum calici, nec sacrificium dominicum legitima sanctificatione celebrari, nisi oblatio et sacrificium nostrum responderit passioni. Quomodo autem de creatura vitis novum vinum cum Christo in regno Patris bibemus, si in sacrificio Dei Patris et Christi vinum non offerimus, nec calicem Domini dominica traditione miscemus ?

Eusebius, Demonstr. Evangelic. viii. A Genesi in fine. Colon.

1688, p. 380. Πάλιν απορρήτως της καινής του Σωτήρος ημών Διαθήκης τα μυστήρια ηγούμαι περιέχειν. την γούν ευφροσύνην την από του μυστικού οίνου, ού παραδέδωκεν αυτός τους εαυτού μαθηταίς λέγων, λάβετε, πίετε, τούτο μου έστι το αίμα κ. τ. λ. Πάλιν γαρ αυτος τα σύμβολα της ενθέου οικονομίας τους αυτού παρεδίδου μαθηταίς, την εικόνα του ιδίου σώματος ποιείσθαι παρακελευόμενος, ....άρτη δε χρήσθαι συμβόλω του ιδίου σώματος παρεδίδου.....

Here Eusebius calls the eucharistic bread, when given to the disciples a symbol and image of our Lord’s body.

Athanasius, In illud Evangelii, Quicumque dixerit. Paris, 1627.

ii. 979. Πόσοις γαρ ήρκει το σώμα προς βρώσιν, ίνα και του κόσμου παντός τούτο τροφή γένηται, αλλά δια τούτο της εις ουρανούς αναβάσεως εμνημόνευσε του υιού του ανθρώπου, ίνα της σωματικής εννοίας αυτούς αφελκύση, και λοιπόν την ειρημένην σάρκα βρώσιν άνωθεν ουράνιον, και πνευματικών τροφήν παρ' αυτού διδομένην μάθωσιν" & γαρ λελάληκα φησίν υμίν, πνεύμα εστι και ζωή· ίσον το ειπείν, το μεν δεικνύμενον και διδόμενον υπέρ του κόσμου δοθήσεται τροφή, ως πνευματικώς εν εκάστω, κ. τ. λ.

Here Athanasius affirms that our Lord’s body in the eucharist is only spiritually eaten, thus falling under the lash of the eighth canon.

« PoprzedniaDalej »